|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο saint παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: Saint | Peter | Port
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| saint n | (canonized person) | άγιος, αγία ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (κατώτερο) | όσιος, οσία ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | There is a long process involved in the church declaring a person a saint. |
| Saint n | (title of canonized person) | άγιος, αγία ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (κατώτερο) | όσιος, οσία ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | Saint Peter was one of Jesus' disciples. |
| saint n | figurative, informal (very good person) (μεταφορικά) | άγιος, αγία ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | Rick takes such good care of his parents; he's a saint. |
| saint n | (holy person) | άγιος, αγία ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | The widow took comfort from the fact that her husband was now among the saints in heaven. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|